Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ


Ένα σπουδαίο κείμενο του Μανώλη Γλέζου, του γνωστότερου εν ζωή αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης με αφορμή την Απελευθέρωση της Αθήνας. Ένα κείμενο που μπορεί να αποτελέσει  μάθημα ιστορίας για τους μαθητές.

                                                            Ύψωσαν,παιδί μου τη σημαία στον τόπο της

            12 Οκτωβρίου 1944. Μέρα Λευτεριάς. Ο ουρανός καθαρός.Έβρεχε, όμως, δάκρυα χαράς για τον καθένα χωριστά και για όλους μαζί. Η πατρίδα λεύτερη.Ο καιρός αίθριος,νηπενθής. Σταμάτησε ν’ αναστενάζει ο άνεμος. Οι μυροφόρες σφουγγίζουν τα δάκρυα και το αίμα από τους τοίχους.

Αγωνίστηκα γι’ αυτή τη μέρα με όλες μου τις δυνάμεις, με όλο μου το είναι. Καταδικάστηκα ερήμην σε θάνατο.Φυλακίστηκα τρεις φορές.Βασανίστηκα. Μα μπόρεσα να δραπετεύσω με τη βοήθεια του Ε.Λ.Α.Σ. Έφτασα πολύ κοντά στο θάνατο από το χτικιό. Και στις 20 Σεπτέμβρη του ’44, με τ’ όπλο στο χέρι, πολέμησα τον επιδρομέα κατακτητή μια ολόκληρη μέρα, σε μάχες αλλεπάλληλες, απ’ τον Βοτανικό ως το Χαϊδάρι. Η νύχτα με βρήκε παράλυτο, χτυπημένο από παράτυφο. Μ’ ‘έκρυψαν τα συντρόφια στο σπίτι των Κουμάτων- όλη η οικογένεια στον αγώνα και το σπίτι τους κρυψώνας και οπλαποθήκη.
            Από προχτές μ’ έφεραν στο σπίτι μας. Ο πυρετός όμως δε μ’έχει αφήσει.Περίμενα πώς και πως αυτή τη μέρα. Και τώρα,κατάκοιτος, μ’ένα ακουστικό στο αυτί –από ραδιόφωνο γαληνίτη- παρακολουθώ το ιστορικό γίγνεσθαι χωρίς να συμμετέχω, ως θεατής-ή μάλλον ακροατής.Πάω να σκάσω..
Η Μάνα, με συσπασμένο από την αγωνία πρόσωπο, προσπαθεί να με παρηγορήσει, αλλά όλο και με ρωτά για το Νίκο μας.Τον είχαν εκτελέσει οι Ναζί στις 10 Μαΐου εκείνου του χρόνου, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, μ’άλλους 91 πατριώτες.Μα η Μάνα αρνείται να το πιστέψει, αρνείται να το παραδεχτεί. Κι όλο με ρωτά και με ξαναρωτά : «Σε ποιο στρατόπεδο τον έχουν πάει; Στην Αυστρία ή στη Γερμανία;» Τι να της πω; Και πώς να την προσγειώσω στη σκληρή πραγματικότητα; Δεν υπάρχουν λόγια παρηγοριάς για τις Μάνες που χάνουν τα παιδιά τους άδικα και παράωρα.
Από το ραδιοφωνάκι ακούω τον Εθνικό Ύμνο και τα πρώτα λόγια που μαρτυρούν πως έχει έρθει η ώρα της πολυπόθητης λευτεριάς.Έμπλεος συγκίνησης και χαράς, παρακαλώ τη Μάνα ν’ανέβει στην ταράτσα, να δει την Ακρόπολη.
Ανεβαίνει τρεχάτη και κατεβαίνει κλαίγοντας. «Ύψωσαν,παιδί μου, την ελληνική σημαία»,μου λέει. «Την ύψωσαν στον τόπο της.Εκεί όπου ήταν κι εκεί όπου πρέπει». Και με τα δάκρυα να κυλούν αδιάκοπα στο πρόσωπό της,
μ’ αγκάλιασε και με φίλησε.
Η μέρα που περιμέναμε είχε έρθει.Ο ελληνικός Λαός αγωνίστηκε και κέρδισε τη λευτεριά του. Μα ήταν αγώνας σκληρός, μ’αμέτρητες θυσίες, ανέχεια, στερήσεις, πείνα και θανατικό. Καθηλώσαμε δώδεκα επίλεκτες μεραρχίες της Βέρμαχτ εδώ, στην Ελλάδα, που θα μπορούσε το Γ’ Ράιχ να τις χρησιμοποιήσει αλλού.Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο συμβάλαμε στο να τελειώσει πιο γρήγορα ο πόλεμος, αλλά συμβάλαμε και στην ήττα  του Άξονα.
Αναμφισβήτητα, όπως με το Έπος του ’40-41 καταρρίψαμε το μύθο για το αήτητο του Άξονα, όπως με την αντίσταση στα οχυρά και στη Μάχη της Κρήτης ανατρέψαμε όλα τα σχέδια του Χίτλερ, με την Εθνική Αντίσταση στα χρόνια της Κατοχής αγωνιστήκαμε και κερδίσαμε τη Λευτεριά μας.
Χαρά απροσμέτρητη γι’αυτό.Όμως, ενώ κατακτήσαμε τη Λευτεριά, οικειοθελώς παραδώσαμε την Ανεξαρτησία μας στους Άγγλους, από τη στιγμή που αναγνωρίζαμε ως επικεφαλής όλων των ένοπλων δυνάμεων του Έθνους (αντάρτικα στην Ελλάδα και στρατό Μέσης Ανατολής) τον Σκόμπι.
Νέα δεινά έκρουαν την πόρτα μας ...

                                                                           Βρυξέλλες, 5 Οκτωβρίου 1944
                                                                                              για το περιοδικό ΠΟΛΙΤΕΣ

            

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου